制度化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 θεσμοθέτηση (μιας πρακτικής), συστηματοποίηση, συστηματική εφαρμογή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 制度化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 制度化します
- Άρνηση (απλή)
- 制度化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 制度化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 制度化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 制度化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 制度化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 制度化しませんでした
- Τε-μορφή
- 制度化して
- Δυνητική
- 制度化できる
- Προστακτική
- 制度化しろ
- Βουλητική
- 制度化しよう
- Υποθετική (ば)
- 制度化すれば
- Υποθετική (たら)
- 制度化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 制度化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 制度化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 制度化しなさい
- Παθητική
- 制度化される
- Αιτιατική
- 制度化させる