せいけん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέσπιση συντάγματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
制憲する
Παρόν (ευγενικό)
制憲します
Άρνηση (απλή)
制憲しない
Άρνηση (ευγενική)
制憲しません
Παρελθόν (απλό)
制憲した
Παρελθόν (ευγενικό)
制憲しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
制憲しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
制憲しませんでした
Τε-μορφή
制憲して
Δυνητική
制憲できる
Προστακτική
制憲しろ
Βουλητική
制憲しよう
Υποθετική (ば)
制憲すれば