なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατυπώνω (βιβλίο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
刷り直す
Παρόν (ευγενικό)
刷り直します
Άρνηση (απλή)
刷り直さない
Άρνηση (ευγενική)
刷り直しません
Παρελθόν (απλό)
刷り直した
Παρελθόν (ευγενικό)
刷り直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刷り直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刷り直しませんでした
Τε-μορφή
刷り直して
Δυνητική
刷り直せる
Προστακτική
刷り直せ
Βουλητική
刷り直そう
Υποθετική (ば)
刷り直せば