ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυπώνω (πάνω σε κάτι), εισάγω (μία εικονογράφηση), αποτυπώνω με στένσιλ (ένα μοτίβο)
  2. 02 εμφυσώ (μία σκέψη, εντύπωση κ.λπ.), εντυπώνω (π.χ. στο υποσυνείδητο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
刷り込む
Παρόν (ευγενικό)
刷り込みます
Άρνηση (απλή)
刷り込まない
Άρνηση (ευγενική)
刷り込みません
Παρελθόν (απλό)
刷り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
刷り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刷り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刷り込みませんでした
Τε-μορφή
刷り込んで
Δυνητική
刷り込める
Προστακτική
刷り込め
Βουλητική
刷り込もう
Υποθετική (ば)
刷り込めば