刷る
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκτυπώνω
- 02 τυπώνω ύφασμα με ξύλινο καλούπι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 刷る
- Παρόν (ευγενικό)
- 刷ります
- Άρνηση (απλή)
- 刷らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 刷りません
- Παρελθόν (απλό)
- 刷った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 刷りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 刷らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 刷りませんでした
- Τε-μορφή
- 刷って
- Δυνητική
- 刷れる
- Προστακτική
- 刷れ
- Βουλητική
- 刷ろう
- Υποθετική (ば)
- 刷れば
- Υποθετική (たら)
- 刷ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 刷りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 刷るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 刷りなさい
- Παθητική
- 刷られる
- Αιτιατική
- 刷らせる