とげ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις:

  1. 01 αγκάθι, ακίδα, αγκαθάκι
  2. 02 ακίδα (ιδιαίτερα αυτή που έχει μπει στο δέρμα), ξένο σώμα (ιδιαίτερα αυτό που έχει κολλήσει στον λαιμό, π.χ. ψαροκόκαλο)
  3. 03 αιχμηρά λόγια, δηκτικά σχόλια