刺々しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αιχμηρός (λόγια), σκληρός (τρόπος, τόνος κ.λπ.), εχθρικός (διάθεση, στάση κ.λπ.), δηκτικός, καυστικός, κοφτερός, γεμάτος αιχμές
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 刺々しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 刺々しいです
- Άρνηση (απλή)
- 刺々しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 刺々しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 刺々しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 刺々しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 刺々しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 刺々しくなかったです
- Τε-μορφή
- 刺々しくて
- Υποθετική (ば)
- 刺々しければ
- Υποθετική (たら)
- 刺々しかったら