刺し通す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπερνώ, τρυπώ, διατρυπώ (π.χ. με σπαθί)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 刺し通す
- Παρόν (ευγενικό)
- 刺し通します
- Άρνηση (απλή)
- 刺し通さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 刺し通しません
- Παρελθόν (απλό)
- 刺し通した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 刺し通しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 刺し通さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 刺し通しませんでした
- Τε-μορφή
- 刺し通して
- Δυνητική
- 刺し通せる
- Προστακτική
- 刺し通せ
- Βουλητική
- 刺し通そう
- Υποθετική (ば)
- 刺し通せば
- Υποθετική (たら)
- 刺し通したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 刺し通したい
- Απαγορευτική (~な)
- 刺し通すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 刺し通しなさい
- Παθητική
- 刺し通される
- Αιτιατική
- 刺し通させる