ちがえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλληλομαχαιρώνομαι
  2. 02 θυσιάζομαι προκειμένου να βλάψω κάποιον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
刺し違える
Παρόν (ευγενικό)
刺し違えます
Άρνηση (απλή)
刺し違えない
Άρνηση (ευγενική)
刺し違えません
Παρελθόν (απλό)
刺し違えた
Παρελθόν (ευγενικό)
刺し違えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刺し違えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刺し違えませんでした
Τε-μορφή
刺し違えて
Δυνητική
刺し違えられる
Προστακτική
刺し違えろ
Βουλητική
刺し違えよう
Υποθετική (ば)
刺し違えれば