刺し激げき

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερέθισμα, διέγερση, ερεθισμός (ιδίως του σώματος, π.χ. δέρματος, ματιών)
  2. 02 ώθηση, παρόρμηση, κίνητρο, ερέθισμα, ενθάρρυνση, διέγερση, παρακίνηση, πρόκληση
  3. 03 ενθουσιασμός, συγκίνηση

Παραδείγματα

  • 目めに刺激しげきがある。

    Έχω έναν ερεθισμό στα μάτια μου.

  • 新あたらしい経験けいけんは、いつも私わたしに良よい刺激しげきを与あたえます。

    Οι καινούργιες εμπειρίες είναι πάντα ένα καλό κίνητρο για μένα.

  • 都会とかいでの生活せいかつは絶たえず新あたらしい刺激しげきに満みちており、それが彼かれの成長せいちょうを促うながしている。

    Η ζωή στην πόλη είναι συνεχώς γεμάτη καινούργια ερεθίσματα, κάτι που προάγει την ανάπτυξή του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
刺激する
Παρόν (ευγενικό)
刺激します
Άρνηση (απλή)
刺激しない
Άρνηση (ευγενική)
刺激しません
Παρελθόν (απλό)
刺激した
Παρελθόν (ευγενικό)
刺激しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刺激しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刺激しませんでした
Τε-μορφή
刺激して
Δυνητική
刺激できる
Προστακτική
刺激しろ
Βουλητική
刺激しよう
Υποθετική (ば)
刺激すれば