刻銘
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιγραφή σε πέτρινα μνημεία, μεταλλικά σκεύη κ.λπ., εξοργκ, η πράξη της εγχάραξης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 刻銘する
- Παρόν (ευγενικό)
- 刻銘します
- Άρνηση (απλή)
- 刻銘しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 刻銘しません
- Παρελθόν (απλό)
- 刻銘した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 刻銘しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 刻銘しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 刻銘しませんでした
- Τε-μορφή
- 刻銘して
- Δυνητική
- 刻銘できる
- Προστακτική
- 刻銘しろ
- Βουλητική
- 刻銘しよう
- Υποθετική (ば)
- 刻銘すれば
- Υποθετική (たら)
- 刻銘したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 刻銘したい
- Απαγορευτική (~な)
- 刻銘するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 刻銘しなさい
- Παθητική
- 刻銘される
- Αιτιατική
- 刻銘させる