こくめい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιγραφή σε πέτρινα μνημεία, μεταλλικά σκεύη κ.λπ., εξοργκ, η πράξη της εγχάραξης

Κλίση

Παρόν (απλό)
刻銘する
Παρόν (ευγενικό)
刻銘します
Άρνηση (απλή)
刻銘しない
Άρνηση (ευγενική)
刻銘しません
Παρελθόν (απλό)
刻銘した
Παρελθόν (ευγενικό)
刻銘しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刻銘しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刻銘しませんでした
Τε-μορφή
刻銘して
Δυνητική
刻銘できる
Προστακτική
刻銘しろ
Βουλητική
刻銘しよう
Υποθετική (ば)
刻銘すれば