削ぐ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποξέω, ξύνω, κόβω ένα κομμάτι
- 02 ακονίζω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα μετριάζω, μειώνω, εξασθενώ, καταστρέφω (ενθουσιασμό, ενδιαφέρον κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 削ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 削ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 削がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 削ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 削いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 削ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 削がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 削ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 削いで
- Δυνητική
- 削げる
- Προστακτική
- 削げ
- Βουλητική
- 削ごう
- Υποθετική (ば)
- 削げば
- Υποθετική (たら)
- 削いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 削ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 削ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 削ぎなさい
- Παθητική
- 削がれる
- Αιτιατική
- 削がせる