削げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σχίζομαι, θρυμματίζομαι, ξεφλουδίζομαι, ξύνομαι
- 02 κοιλιάζω (π.χ. τα μάγουλα), γίνομαι σκελετωμένος, αδυνατίζω
- 03 εξασθενώ (π.χ. το κίνητρο, το ενδιαφέρον), μειώνομαι, ελαττώνομαι, κάμπτομαι
- 04 παρωχημένο βγαίνω από την τροχιά μου, γίνομαι ασυνήθιστος, παρεκκλίνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 削げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 削げます
- Άρνηση (απλή)
- 削げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 削げません
- Παρελθόν (απλό)
- 削げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 削げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 削げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 削げませんでした
- Τε-μορφή
- 削げて
- Δυνητική
- 削げられる
- Προστακτική
- 削げろ
- Βουλητική
- 削げよう
- Υποθετική (ば)
- 削げれば
- Υποθετική (たら)
- 削げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 削げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 削げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 削げなさい
- Παθητική
- 削げられる
- Αιτιατική
- 削げさせる