Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
削進
さくしん
削
削
さく
進
しん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
εκσκαφή (ειδικά για σήραγγα), διάνοιξη στοάς