まえひら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκθέτω τα γεννητικά μου όργανα

Κλίση

Παρόν (απλό)
前を開く
Παρόν (ευγενικό)
前を開きます
Άρνηση (απλή)
前を開かない
Άρνηση (ευγενική)
前を開きません
Παρελθόν (απλό)
前を開いた
Παρελθόν (ευγενικό)
前を開きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
前を開かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
前を開きませんでした
Τε-μορφή
前を開いて
Δυνητική
前を開ける
Προστακτική
前を開け
Βουλητική
前を開こう
Υποθετική (ば)
前を開けば