まえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση στον χώρο εργασίας εκ των προτέρων, άφιξη μια ημέρα νωρίτερα (π.χ. για γύρισμα ταινίας)
  2. 02 παρεμβολή στο κύμα άλλου ατόμου (στο σέρφινγκ), σέρφινγκ μπροστά από άλλο άτομο
  3. 03 χρήση της μπροστινής πόρτας ως είσοδος (σε λεωφορείο με έναν οδηγό), επιβίβαση σε λεωφορείο με έναν οδηγό από την μπροστινή είσοδο
  4. 04 οδήγηση (ποδηλάτου) καθισμένος στη μύτη της σέλας
  5. 05 ειδικά ως 前ノリ παίξιμο ελαφρώς μπροστά από τον ρυθμό, επιτάχυνση του ρυθμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
前乗りする
Παρόν (ευγενικό)
前乗りします
Άρνηση (απλή)
前乗りしない
Άρνηση (ευγενική)
前乗りしません
Παρελθόν (απλό)
前乗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
前乗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
前乗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
前乗りしませんでした
Τε-μορφή
前乗りして
Δυνητική
前乗りできる
Προστακτική
前乗りしろ
Βουλητική
前乗りしよう
Υποθετική (ば)
前乗りすれば