ぜんけい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλίση προς τα εμπρός (του σώματος), σκύψιμο προς τα εμπρός
  2. 02 πρόκλιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
前傾する
Παρόν (ευγενικό)
前傾します
Άρνηση (απλή)
前傾しない
Άρνηση (ευγενική)
前傾しません
Παρελθόν (απλό)
前傾した
Παρελθόν (ευγενικό)
前傾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
前傾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
前傾しませんでした
Τε-μορφή
前傾して
Δυνητική
前傾できる
Προστακτική
前傾しろ
Βουλητική
前傾しよう
Υποθετική (ば)
前傾すれば