前掲
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προαναφερθείς, ανωτέρω αναφερθείς, προηγουμένως εμφανισθείς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 前掲する
- Παρόν (ευγενικό)
- 前掲します
- Άρνηση (απλή)
- 前掲しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 前掲しません
- Παρελθόν (απλό)
- 前掲した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 前掲しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 前掲しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 前掲しませんでした
- Τε-μορφή
- 前掲して
- Δυνητική
- 前掲できる
- Προστακτική
- 前掲しろ
- Βουλητική
- 前掲しよう
- Υποθετική (ば)
- 前掲すれば
- Υποθετική (たら)
- 前掲したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 前掲したい
- Απαγορευτική (~な)
- 前掲するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 前掲しなさい
- Παθητική
- 前掲される
- Αιτιατική
- 前掲させる