前科
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 προηγούμενη καταδίκη, ποινικό μητρώο, προηγούμενο αδίκημα
Παραδείγματα
-
彼には前科がある。
Έχει ποινικό μητρώο.
-
前科があると、仕事を見つけるのが難しい場合があります。
Είναι δύσκολο να βρεις δουλειά αν έχεις ποινικό μητρώο.
-
彼の前科は、地域社会での信頼を回復する上で大きな障害となっている。
Το ποινικό του μητρώο αποτελεί μεγάλο εμπόδιο στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης της τοπικής κοινωνίας.