ぜん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιππέας προπορείας (άτομο που ιππεύει στην πρώτη θέση μιας συνοδείας), προπορεία
  2. 02 προάγγελος, κήρυκας, πρόδρομος, προπομπός, προμηνύμα
  3. 03 πρόβλεψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
前駆する
Παρόν (ευγενικό)
前駆します
Άρνηση (απλή)
前駆しない
Άρνηση (ευγενική)
前駆しません
Παρελθόν (απλό)
前駆した
Παρελθόν (ευγενικό)
前駆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
前駆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
前駆しませんでした
Τε-μορφή
前駆して
Δυνητική
前駆できる
Προστακτική
前駆しろ
Βουλητική
前駆しよう
Υποθετική (ば)
前駆すれば