割わって入はいる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρεισφρύω, σπρώχνομαι ανάμεσα, παρεμβάλλομαι, διακόπτω (συνομιλία, καυγά κ.λπ.), επεμβαίνω

Παραδείγματα

  • けんかに割わって入はいる。

    Μπαίνω σε έναν καβγά.

  • 友達ともだちの話はなしに割わって入はいるのは失礼しつれいです。

    Είναι αγενές να διακόπτεις τη συζήτηση των φίλων σου.

  • 彼かれらの白熱はくねつした議論ぎろんに、私わたしが割わって入はいる余地よちはなかった。

    Δεν υπήρχε περιθώριο να παρέμβω στην έντονη συζήτησή τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
割って入る
Παρόν (ευγενικό)
割って入ります
Άρνηση (απλή)
割って入らない
Άρνηση (ευγενική)
割って入りません
Παρελθόν (απλό)
割って入った
Παρελθόν (ευγενικό)
割って入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
割って入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
割って入りませんでした
Τε-μορφή
割って入って
Δυνητική
割って入れる
Προστακτική
割って入れ
Βουλητική
割って入ろう
Υποθετική (ば)
割って入れば