ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπολογίζω, βγάζω το αποτέλεσμα
  2. 02 συμπεραίνω, συνάγω, εξάγω συμπέρασμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
割り出す
Παρόν (ευγενικό)
割り出します
Άρνηση (απλή)
割り出さない
Άρνηση (ευγενική)
割り出しません
Παρελθόν (απλό)
割り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
割り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
割り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
割り出しませんでした
Τε-μορφή
割り出して
Δυνητική
割り出せる
Προστακτική
割り出せ
Βουλητική
割り出そう
Υποθετική (ば)
割り出せば