ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκπτώνω, μειώνω (την τιμή), αφαιρώ (ένα ποσοστό)
  2. 02 κρατώ μια επιφύλαξη, δεν λαμβάνω τοις μετρητοίς, αξιολογώ με σκεπτικισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
割り引く
Παρόν (ευγενικό)
割り引きます
Άρνηση (απλή)
割り引かない
Άρνηση (ευγενική)
割り引きません
Παρελθόν (απλό)
割り引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
割り引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
割り引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
割り引きませんでした
Τε-μορφή
割り引いて
Δυνητική
割り引ける
Προστακτική
割り引け
Βουλητική
割り引こう
Υποθετική (ば)
割り引けば