ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακόπτω (συζήτηση), μπαίνω σφήνα (σε σειρά κ.λπ.), εισχωρώ (π.χ. σε πλήθος), σφηνώνομαι, στριμώχνομαι, παρεμβαίνω
  2. 02 πέφτω κάτω από (π.χ. τιμές μετοχών, πωλήσεις), υποχωρώ
  3. 03 σφηνώνω, παίζω σφήνα

Παραδείγματα

  • れつまないでください。

    Μην μπαίνετε σφήνα στην ουρά.

  • ひと会話かいわのは、あまりいことではありません。

    Δεν είναι πολύ καλό να διακόπτεις τη συζήτηση των άλλων.

  • 白熱はくねつした議論ぎろんかれんで、ようやくいた。

    Όταν αυτός παρενέβη στην έντονη συζήτηση, επιτέλους ηρέμησε η κατάσταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
割り込む
Παρόν (ευγενικό)
割り込みます
Άρνηση (απλή)
割り込まない
Άρνηση (ευγενική)
割り込みません
Παρελθόν (απλό)
割り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
割り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
割り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
割り込みませんでした
Τε-μορφή
割り込んで
Δυνητική
割り込める
Προστακτική
割り込め
Βουλητική
割り込もう
Υποθετική (ば)
割り込めば