割れる
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάζομαι, συντρίβομαι
- 02 σχίζομαι, ραγίζω, ρηγματώνομαι, σκίζομαι
- 03 διαιρούμαι (για γνώμη, ψήφο κ.λπ.), διχάζομαι, διασπώμαι (π.χ. για κόμμα)
- 04 αποκαλύπτομαι, γίνομαι σαφής, ταυτοποιούμαι
- 05 παραμορφώνομαι (για ήχο)
- 06 διαιρούμαι (χωρίς υπόλοιπο)
- 07 πέφτω κάτω από το ελάχιστο
Παραδείγματα
-
コップが割れる。
Το ποτήρι σπάει.
-
地震で窓ガラスが割れた。
Το τζάμι του παραθύρου έσπασε από τον σεισμό.
-
会議での意見は二つに割れたままだ。
Οι απόψεις στη συνάντηση παρέμειναν διχασμένες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 割れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 割れます
- Άρνηση (απλή)
- 割れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 割れません
- Παρελθόν (απλό)
- 割れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 割れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 割れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 割れませんでした
- Τε-μορφή
- 割れて
- Δυνητική
- 割れられる
- Προστακτική
- 割れろ
- Βουλητική
- 割れよう
- Υποθετική (ば)
- 割れれば
- Υποθετική (たら)
- 割れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 割れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 割れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 割れなさい
- Παθητική
- 割れられる
- Αιτιατική
- 割れさせる