わりあい

ουσιαστικό, επίρρημα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ποσοστό, αναλογία, αναλογικότητα
  2. 02 συγκριτικά, σχετικά
  3. 03 παρά τις προσδοκίες, αντίθετα με το αναμενόμενο

Παραδείγματα

  • 男女だんじょ割合わりあいおなじです。

    Η αναλογία ανδρών-γυναικών είναι η ίδια.

  • 今年ことしなつは、例年れいねんくらべてあめ割合わりあいおおいようにかんじます。

    Νομίζω ότι φέτος το καλοκαίρι βρέχει συγκριτικά περισσότερο από άλλες χρονιές.

  • かれわかころから苦労くろうしてきたわりには、ひとたいしてやさしい割合わりあいなのが印象的いんしょうてきです。

    Αν και πέρασε δυσκολίες από νεαρή ηλικία, είναι εντυπωσιακό το πόσο ευγενικός είναι με τους άλλους, παρά τις προσδοκίες.