かつあい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράλειψη (με δυσκολία), αποσιώπηση, αποκοπή
  2. 02 αποχωρισμός (με δυσκολία), παραίτηση από κάτι, προσφορά, φειδώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
割愛する
Παρόν (ευγενικό)
割愛します
Άρνηση (απλή)
割愛しない
Άρνηση (ευγενική)
割愛しません
Παρελθόν (απλό)
割愛した
Παρελθόν (ευγενικό)
割愛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
割愛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
割愛しませんでした
Τε-μορφή
割愛して
Δυνητική
割愛できる
Προστακτική
割愛しろ
Βουλητική
割愛しよう
Υποθετική (ば)
割愛すれば