かつれいほどこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιτέμνω κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
割礼を施す
Παρόν (ευγενικό)
割礼を施します
Άρνηση (απλή)
割礼を施さない
Άρνηση (ευγενική)
割礼を施しません
Παρελθόν (απλό)
割礼を施した
Παρελθόν (ευγενικό)
割礼を施しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
割礼を施さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
割礼を施しませんでした
Τε-μορφή
割礼を施して
Δυνητική
割礼を施せる
Προστακτική
割礼を施せ
Βουλητική
割礼を施そう
Υποθετική (ば)
割礼を施せば