そうさく

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δημιουργία, παραγωγή, δημιουργικό έργο (μυθιστόρημα, ταινία κ.λπ.), πρωτότυπο έργο, (δημιουργική) γραφή
  2. 02 κατασκευή, φανταστική ιστορία, εφεύρεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
創作する
Παρόν (ευγενικό)
創作します
Άρνηση (απλή)
創作しない
Άρνηση (ευγενική)
創作しません
Παρελθόν (απλό)
創作した
Παρελθόν (ευγενικό)
創作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
創作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
創作しませんでした
Τε-μορφή
創作して
Δυνητική
創作できる
Προστακτική
創作しろ
Βουλητική
創作しよう
Υποθετική (ば)
創作すれば