創刊
ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση (εφημερίδας, περιοδικού κ.λπ.), έναρξη, λανσάρισμα, πρώτη κυκλοφορία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 創刊する
- Παρόν (ευγενικό)
- 創刊します
- Άρνηση (απλή)
- 創刊しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 創刊しません
- Παρελθόν (απλό)
- 創刊した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 創刊しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 創刊しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 創刊しませんでした
- Τε-μορφή
- 創刊して
- Δυνητική
- 創刊できる
- Προστακτική
- 創刊しろ
- Βουλητική
- 創刊しよう
- Υποθετική (ば)
- 創刊すれば
- Υποθετική (たら)
- 創刊したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 創刊したい
- Απαγορευτική (~な)
- 創刊するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 創刊しなさい
- Παθητική
- 創刊される
- Αιτιατική
- 創刊させる