力ちからが抜ぬける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδυνατίζω, γίνομαι αδύναμος, χάνω τη δύναμή μου

Παραδείγματα

  • 疲つかれて、力ちからが抜ぬける。

    Νιώθω κουρασμένος και αδύναμος.

  • 驚おどろきのあまり、足あしの力ちからが抜ぬけて座すわり込こんでしまった。

    Από την έκπληξη, έχασα τις δυνάμεις μου στα πόδια και σωριάστηκα.

  • 大事だいじなプレゼンテーションが終おわり、張はり詰つめていた緊張感きんちょうかんが解とけた途端とたん、全身ぜんしんからふっと力ちからが抜ぬけた。

    Αμέσως μόλις τελείωσε η κρίσιμη παρουσίαση και άφησα την ένταση, ένιωσα ξαφνικά να με εγκαταλείπουν όλες οι δυνάμεις μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
力が抜ける
Παρόν (ευγενικό)
力が抜けます
Άρνηση (απλή)
力が抜けない
Άρνηση (ευγενική)
力が抜けません
Παρελθόν (απλό)
力が抜けた
Παρελθόν (ευγενικό)
力が抜けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力が抜けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力が抜けませんでした
Τε-μορφή
力が抜けて
Δυνητική
力が抜けられる
Προστακτική
力が抜けろ
Βουλητική
力が抜けよう
Υποθετική (ば)
力が抜ければ