力づける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενθαρρύνω, τονώνω το ηθικό, δίνω κουράγιο, ενδυναμώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 力づける
- Παρόν (ευγενικό)
- 力づけます
- Άρνηση (απλή)
- 力づけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 力づけません
- Παρελθόν (απλό)
- 力づけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 力づけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 力づけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 力づけませんでした
- Τε-μορφή
- 力づけて
- Δυνητική
- 力づけられる
- Προστακτική
- 力づけろ
- Βουλητική
- 力づけよう
- Υποθετική (ば)
- 力づければ
- Υποθετική (たら)
- 力づけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 力づけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 力づけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 力づけなさい
- Παθητική
- 力づけられる
- Αιτιατική
- 力づけさせる