力ちからになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοηθάω, είμαι χρήσιμος, είμαι αξιόπιστος, στηρίζω κάποιον

Παραδείγματα

  • あなたの助たすけが力ちからになります。

    Η βοήθειά σου είναι χρήσιμη.

  • 困こまっている人ひとの力ちからになりたいです。

    Θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη θέση.

  • 私わたしの経験けいけんが、新あたらしい挑戦ちょうせんをするあなたの力ちからになれば幸さいわいです。

    Ελπίζω η εμπειρία μου να σου φανεί χρήσιμη καθώς αναλαμβάνεις νέες προκλήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
力になる
Παρόν (ευγενικό)
力になります
Άρνηση (απλή)
力にならない
Άρνηση (ευγενική)
力になりません
Παρελθόν (απλό)
力になった
Παρελθόν (ευγενικό)
力になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力になりませんでした
Τε-μορφή
力になって
Δυνητική
力になれる
Προστακτική
力になれ
Βουλητική
力になろう
Υποθετική (ば)
力になれば