りき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφίγγομαι, καταβάλλω προσπάθεια, ζορίζομαι, τεντώνω το σώμα μου
  2. 02 παριστάνω τον θαρραλέο, επιδεικνύω τη δύναμή μου, καμαρώνω, μπλοφάρω, καυχιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
力む
Παρόν (ευγενικό)
力みます
Άρνηση (απλή)
力まない
Άρνηση (ευγενική)
力みません
Παρελθόν (απλό)
力んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
力みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力みませんでした
Τε-μορφή
力んで
Δυνητική
力める
Προστακτική
力め
Βουλητική
力もう
Υποθετική (ば)
力めば