ちからそそ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκεντρώνω τις προσπάθειές μου (σε κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
力を注ぐ
Παρόν (ευγενικό)
力を注ぎます
Άρνηση (απλή)
力を注がない
Άρνηση (ευγενική)
力を注ぎません
Παρελθόν (απλό)
力を注いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
力を注ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力を注がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力を注ぎませんでした
Τε-μορφή
力を注いで
Δυνητική
力を注げる
Προστακτική
力を注げ
Βουλητική
力を注ごう
Υποθετική (ば)
力を注げば