力ちからを貸かす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοηθάω, συμπαραστέκομαι

Παραδείγματα

  • 友達ともだちに力ちからを貸かします。

    Βοηθάω τον φίλο μου.

  • 困こまっている人ひとに、いつでも喜よろこんで力ちからを貸かします。

    Πάντα χαίρομαι να βοηθάω ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη θέση.

  • 皆みんなで力ちからを貸かし合あえば、この困難こんなんなプロジェクトも乗のり越こえられるはずだ。

    Αν συνεργαστούμε όλοι, τότε αυτό το δύσκολο έργο θα μπορέσουμε να το φέρουμε εις πέρας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
力を貸す
Παρόν (ευγενικό)
力を貸します
Άρνηση (απλή)
力を貸さない
Άρνηση (ευγενική)
力を貸しません
Παρελθόν (απλό)
力を貸した
Παρελθόν (ευγενικό)
力を貸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力を貸さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力を貸しませんでした
Τε-μορφή
力を貸して
Δυνητική
力を貸せる
Προστακτική
力を貸せ
Βουλητική
力を貸そう
Υποθετική (ば)
力を貸せば