りきさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως りきさく έργο μεγάλης προσπάθειας, επίπονο δημιούργημα, κατόρθωμα, εξαιρετικό έργο
  2. 02 επίσημο ειδικά ως りょくさく μόχθος, εργασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
力作する
Παρόν (ευγενικό)
力作します
Άρνηση (απλή)
力作しない
Άρνηση (ευγενική)
力作しません
Παρελθόν (απλό)
力作した
Παρελθόν (ευγενικό)
力作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力作しませんでした
Τε-μορφή
力作して
Δυνητική
力作できる
Προστακτική
力作しろ
Βουλητική
力作しよう
Υποθετική (ば)
力作すれば