ちからきる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαντλώ όλες τις δυνάμεις μου
  2. 02 ευφημισμός πεθαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
力尽きる
Παρόν (ευγενικό)
力尽きます
Άρνηση (απλή)
力尽きない
Άρνηση (ευγενική)
力尽きません
Παρελθόν (απλό)
力尽きた
Παρελθόν (ευγενικό)
力尽きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力尽きなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力尽きませんでした
Τε-μορφή
力尽きて
Δυνητική
力尽きられる
Προστακτική
力尽きろ
Βουλητική
力尽きよう
Υποθετική (ば)
力尽きれば