ちから

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοήθεια, συνδρομή, εξυπηρέτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
力添えする
Παρόν (ευγενικό)
力添えします
Άρνηση (απλή)
力添えしない
Άρνηση (ευγενική)
力添えしません
Παρελθόν (απλό)
力添えした
Παρελθόν (ευγενικό)
力添えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
力添えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
力添えしませんでした
Τε-μορφή
力添えして
Δυνητική
力添えできる
Προστακτική
力添えしろ
Βουλητική
力添えしよう
Υποθετική (ば)
力添えすれば