どく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκεντρώνω πνευματικά οφέλη, κάνω καλές πράξεις για πνευματική συγκομιδή

Κλίση

Παρόν (απλό)
功徳を積む
Παρόν (ευγενικό)
功徳を積みます
Άρνηση (απλή)
功徳を積まない
Άρνηση (ευγενική)
功徳を積みません
Παρελθόν (απλό)
功徳を積んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
功徳を積みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
功徳を積まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
功徳を積みませんでした
Τε-μορφή
功徳を積んで
Δυνητική
功徳を積める
Προστακτική
功徳を積め
Βουλητική
功徳を積もう
Υποθετική (ば)
功徳を積めば