くわわる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προστίθεμαι, επισυνάπτομαι
  2. 02 συμμετέχω (π.χ. σε μια παρέα), εντάσσομαι
  3. 03 αυξάνομαι (π.χ. θερμότητα, επιρροή), επιταχύνομαι
  4. 04 εφαρμόζομαι, ασκούμαι (π.χ. θερμότητα, πίεση)

Παραδείγματα

  • あたらしい友達ともだちがグループにくわわった

    Ένας νέος φίλος προστέθηκε στην παρέα.

  • このプロジェクトにあたらしいメンバーがくわわり、チームの士気しきがった。

    Με την προσθήκη νέων μελών σε αυτό το project, ανέβηκε το ηθικό της ομάδας.

  • 国際社会こくさいしゃかいからの圧力あつりょくくわわり、政府せいふ政策せいさく見直みなおしを余儀よぎなくされた。

    Υπό την πίεση της διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να επανεξετάσει την πολιτική της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
加わる
Παρόν (ευγενικό)
加わります
Άρνηση (απλή)
加わらない
Άρνηση (ευγενική)
加わりません
Παρελθόν (απλό)
加わった
Παρελθόν (ευγενικό)
加わりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
加わらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
加わりませんでした
Τε-μορφή
加わって
Δυνητική
加われる
Προστακτική
加われ
Βουλητική
加わろう
Υποθετική (ば)
加われば