にゅう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγγραφή (σε λέσχη, οργανισμό κ.λπ.), ένταξη ως μέλος, είσοδος, αποδοχή, συνδρομή, υπαγωγή, υπογραφή (π.χ. συνθήκης), σύναψη (π.χ. ασφάλισης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
加入する
Παρόν (ευγενικό)
加入します
Άρνηση (απλή)
加入しない
Άρνηση (ευγενική)
加入しません
Παρελθόν (απλό)
加入した
Παρελθόν (ευγενικό)
加入しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
加入しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
加入しませんでした
Τε-μορφή
加入して
Δυνητική
加入できる
Προστακτική
加入しろ
Βουλητική
加入しよう
Υποθετική (ば)
加入すれば