かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό η πρώτη τελετουργική τοποθέτηση του παραδοσιακού καλύμματος κεφαλής σε αγόρι κατά την ενηλικίωση
  2. 02 αρχαϊκό ο υπεύθυνος για την τοποθέτηση του καλύμματος κεφαλής στο αγόρι κατά την τελετή ενηλικίωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
加冠する
Παρόν (ευγενικό)
加冠します
Άρνηση (απλή)
加冠しない
Άρνηση (ευγενική)
加冠しません
Παρελθόν (απλό)
加冠した
Παρελθόν (ευγενικό)
加冠しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
加冠しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
加冠しませんでした
Τε-μορφή
加冠して
Δυνητική
加冠できる
Προστακτική
加冠しろ
Βουλητική
加冠しよう
Υποθετική (ば)
加冠すれば