加持
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσευχή (για την απομάκρυνση της κακοτυχίας, της ασθένειας κ.λπ.), επωδή, θεραπεία μέσω πίστης
- 02 αντιστάνα (ευλογία ενός βούδα ή μποντισάτβα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 加持する
- Παρόν (ευγενικό)
- 加持します
- Άρνηση (απλή)
- 加持しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 加持しません
- Παρελθόν (απλό)
- 加持した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 加持しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 加持しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 加持しませんでした
- Τε-μορφή
- 加持して
- Δυνητική
- 加持できる
- Προστακτική
- 加持しろ
- Βουλητική
- 加持しよう
- Υποθετική (ば)
- 加持すれば
- Υποθετική (たら)
- 加持したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 加持したい
- Απαγορευτική (~な)
- 加持するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 加持しなさい
- Παθητική
- 加持される
- Αιτιατική
- 加持させる