ねつさっきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστείρωση με θέρμανση

Κλίση

Παρόν (απλό)
加熱殺菌する
Παρόν (ευγενικό)
加熱殺菌します
Άρνηση (απλή)
加熱殺菌しない
Άρνηση (ευγενική)
加熱殺菌しません
Παρελθόν (απλό)
加熱殺菌した
Παρελθόν (ευγενικό)
加熱殺菌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
加熱殺菌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
加熱殺菌しませんでした
Τε-μορφή
加熱殺菌して
Δυνητική
加熱殺菌できる
Προστακτική
加熱殺菌しろ
Βουλητική
加熱殺菌しよう
Υποθετική (ば)
加熱殺菌すれば