れっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβάθμιση (σε ποιότητα, απόδοση κ.λπ.), φθορά, επιδείνωση
  2. 02 καθομιλουμένη ορατή γήρανση, απώλεια ελκυστικότητας (λόγω παλαίωσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
劣化する
Παρόν (ευγενικό)
劣化します
Άρνηση (απλή)
劣化しない
Άρνηση (ευγενική)
劣化しません
Παρελθόν (απλό)
劣化した
Παρελθόν (ευγενικό)
劣化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
劣化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
劣化しませんでした
Τε-μορφή
劣化して
Δυνητική
劣化できる
Προστακτική
劣化しろ
Βουλητική
劣化しよう
Υποθετική (ば)
劣化すれば