助たすかる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σώζομαι, διασώζομαι, επιβιώνω
  2. 02 γλιτώνω από βλάβη, αποφεύγω τη ζημιά
  3. 03 βοηθιέμαι, γλιτώνω κόπο

Παραδείγματα

  • 助たすかりました。ありがとう!

    Με έσωσες! Ευχαριστώ!

  • 重おもい荷物にもつを持もっていたので、彼かれが手伝てつだってくれてとても助たすかりました。

    Είχα βαριές αποσκευές, οπότε με βοήθησε και με έλυσε τα χέρια.

  • あの時とき、的確てきかくなアドバイスをいただけたおかげで、計画けいかくを無事ぶじに進すすめることができて本当ほんとうに助たすかりました。

    Εκείνη την ώρα, χάρη στις ακριβείς συμβουλές που μου δώσατε, καταφέραμε να προχωρήσουμε ομαλά με το σχέδιο, και πραγματικά με βοήθησε πάρα πολύ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
助かる
Παρόν (ευγενικό)
助かります
Άρνηση (απλή)
助からない
Άρνηση (ευγενική)
助かりません
Παρελθόν (απλό)
助かった
Παρελθόν (ευγενικό)
助かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
助からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
助かりませんでした
Τε-μορφή
助かって
Δυνητική
助かれる
Προστακτική
助かれ
Βουλητική
助かろう
Υποθετική (ば)
助かれば