助太刀すけだち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνδρομή (σε συμπλοκή), βοήθεια, ενίσχυση
  2. 02 βοηθός, υποστηρικτής

Κλίση

Παρόν (απλό)
助太刀する
Παρόν (ευγενικό)
助太刀します
Άρνηση (απλή)
助太刀しない
Άρνηση (ευγενική)
助太刀しません
Παρελθόν (απλό)
助太刀した
Παρελθόν (ευγενικό)
助太刀しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
助太刀しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
助太刀しませんでした
Τε-μορφή
助太刀して
Δυνητική
助太刀できる
Προστακτική
助太刀しろ
Βουλητική
助太刀しよう
Υποθετική (ば)
助太刀すれば