努力
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσπάθεια, κόπος, μόχθος, σκληρή δουλειά, αγώνας
Παραδείγματα
-
毎日、努力します。
Κάθε μέρα προσπαθώ.
-
目標達成のために、努力が必要です。
Για να πετύχεις τον στόχο σου, χρειάζεται προσπάθεια.
-
成功するためには、たゆまぬ努力と諦めない心が不可欠です。
Για να επιτύχεις, η αδιάκοπη προσπάθεια και ένα πνεύμα που δεν τα παρατάει είναι απαραίτητα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 努力する
- Παρόν (ευγενικό)
- 努力します
- Άρνηση (απλή)
- 努力しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 努力しません
- Παρελθόν (απλό)
- 努力した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 努力しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 努力しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 努力しませんでした
- Τε-μορφή
- 努力して
- Δυνητική
- 努力できる
- Προστακτική
- 努力しろ
- Βουλητική
- 努力しよう
- Υποθετική (ば)
- 努力すれば
- Υποθετική (たら)
- 努力したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 努力したい
- Απαγορευτική (~な)
- 努力するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 努力しなさい
- Παθητική
- 努力される
- Αιτιατική
- 努力させる