励行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αυστηρή τήρηση (κανόνων, κανονισμών κ.λπ.), προσήλωση, συνειδητή εξάσκηση (καλών συνηθειών κ.λπ.), επιμελής εκτέλεση (π.χ. καθηκόντων), προσκόλληση (π.χ. σε μια ρουτίνα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 励行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 励行します
- Άρνηση (απλή)
- 励行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 励行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 励行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 励行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 励行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 励行しませんでした
- Τε-μορφή
- 励行して
- Δυνητική
- 励行できる
- Προστακτική
- 励行しろ
- Βουλητική
- 励行しよう
- Υποθετική (ば)
- 励行すれば
- Υποθετική (たら)
- 励行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 励行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 励行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 励行しなさい
- Παθητική
- 励行される
- Αιτιατική
- 励行させる